type a search term and press enter

PLENARY SESSIONS

The plenary sessions proceedings (in Greek) are included in Cretica Chronica vol. 37 (2017), published by the Society of Cretan Historical Studies

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ ΚΕΝΤΡΙΚΩΝ ΟΜΙΛΙΩΝ | PLENARY ABSTRACTS

ΠΡΩΤΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ | FIRST PLENARY SESSION

Gerald Cadogan Αρχαιολόγος, Αντιπρόεδρος Βρετανικής Σχολής Αθηνών

Μινωικές μετακινήσεις: «δὶς ἐς τὸν αὐτὸν ποταμὸν οὐκ ἂν ἐμβαίης»

Με οδηγό τη γνωστή διατύπωση −και το φιλοσοφικό αστείο− του Ηρακλείτου ‘δὶς ἐς τὸν αὐτὸν ποταμὸν οὐκ ἂν ἐμβαίης’, η εργασία αυτή επιχειρεί να εξετάσει τις νοητικές μετακινήσεις και τις αλλαγές που σχετίζονται με την κατανόηση των λεγόμενων Μινωιτών της Εποχής του Χαλκού, και με τις ερμηνείες που άπτονται του πολιτισμού τους, από τους πρωτοπόρους Μίνωα Καλοκαιρινό και Arthur Evans έως σήμερα. Υπογραμμίζοντας ότι οι πραγματικές ρίζες της επιστήμης μας βρίσκονται στη μελέτη της καθημερινότητας των ανθρώπων του παρελθόντος.

Δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς. Αφού, τα μοναδικά τεκμήρια που διαθέτει η κρητική αρχαιολογία αφορούν τον υλικό πολιτισμό των αρχαίων κατοίκων του νησιού αυτού − όσο και αν σήμερα φαίνεται ότι συχνά το ξεχνάμε όταν τους φορτώνουμε με σύγχρονες αφηρημένες ερμηνείες των δικών τους δράσεων σε βαθμό που να μην διακρίνουμε την πραγματική ουσία της ζωής τους. Καλύπτουμε, συγχρόνως, με βαρύγδουπες και περισπούδαστες λέξεις ή/και νέες εξαντλητικές αναλυτικές μεθόδους τη βαθιά αλήθεια ότι ουσιαστικά δεν γνωρίζουμε παρά ελάχιστα για τις κοινωνικές, πολιτικές, θρησκευτικές, ψυχολογικές και εντέλει προσωπικές τους συνάφειες. Με αποτέλεσμα, οι «σημαντικοί» ισχυρισμοί μας να αποκαλύπτουν κάθε φορά περισσότερα για εμάς τους ίδιους παρά για εκείνους.

Σε ένα τέτοιο επιστημολογικό πλαίσιο, εξαιρετικά βοηθητική παραμένει η εθνοαρχαιολογική προσέγγιση. Από τον Στέφανο Ξανθουδίδη έως σήμερα, η προσέγγιση αυτή μας υπενθυμίζει, με σεμνότητα, τα περιβόλια, τα βοσκοτόπια στις μαδάρες, τη θάλασσα, τα άφθονα μονοπάτια και τα άλλα πλεονεκτήματα της Κρήτης που θα αποτέλεσαν τον πυρήνα και μαζί το σταθερό σκηνικό βάθος της θαυμάσιας άνθησης του Μινωικού πολιτισμού.

Άγγελος Χανιώτης Καθηγητής Αρχαίας Ιστορίας και Κλασσικών Σπουδών, Ινστιτούτο Προηγμένων Σπουδών, Πρίνστον

Νυκτοπερπατήματα. Διαχρονική επισκόπηση των νυκτερινών μετακινήσεων στην Κρήτη

Συνήθως αντιλαμβανόμαστε τη μετακίνηση −πραγματική, συμβολική ή μεταφορική, ειρηνική ή εχθρική, θρησκευτική ή κοσμική− ως μετακίνηση που πραγματοποιείται την ημέρα. Αλλά ποικιλότροπες μετακινήσεις γέμιζαν και γεμίζουν με ζωή την Κρήτη ανάμεσα στο σούρουπο και το χάραμα, μετακινήσεις της νυκτόβιας πανίδας της αλλά και μετακινήσεις ανθρώπων, τελετουργικά επαναλαμβανόμενες ή έκτακτες, μακρές ή σύντομες, ειρηνικές ή βίαιες, ακούσιες ή εκούσιες. Η εισήγηση αυτή συνδέει το κεντρικό θέμα του συνεδρίου με το παραγνωρισμένο θέμα της ιστορίας της νύκτας. Ενώ η πρόσληψη της νύκτας και η χρήση της ως λογοτεχνικού μοτίβου παραμένει διαχρονικά σταθερή, συνδέοντας τη νύκτα με τον φόβο, τον ερωτισμό, τον θάνατο και την επικοινωνία με υπερφυσικές δυνάμεις, η πραγματικότητα της νύκτας διαρκώς μεταβάλλεται, αντανακλώντας αλλαγές στην κοινωνία, τη θρησκεία και τον πολιτισμό. Στην εισήγηση αυτή εξετάζεται η ιστορικότητα της νύκτας και της μετακίνησης μέσα από μια επισκόπηση των ποικίλων νυκτερινών μετακινήσεων από τη μινωική εποχή ως τον 20ό αιώνα.

Νυκτερινές μετακινήσεις σχετίζονται με τη θρησκεία, π.χ. με νυκτερινές πομπές στην αρχαιότητα, νυκτερινούς χορούς στα ορεινά δάση και νυκτερινές λιτανείες στη βενετοκρατούμενη Κρήτη. Η γεωγραφική θέση της Κρήτης επιβάλλει τη νυκτερινή ναυσιπλοΐα στις ανοικτές θάλασσες, χωρίς την οποία είναι αδιανόητες οι ανταλλαγές ανάμεσα στην Κρήτη, την Κύπρο και την Αίγυπτο. Κάτω από ιδιαίτερες ιστορικές συνθήκες συνήθης μορφή νυκτερινής ναυσιπλοΐας είναι η πειρατική επιδρομή. Καθώς το σκοτάδι της νύκτας παρέχει κάλυψη για αιφνίδιες επιθέσεις, νυκτερινές μετακινήσεις πολεμικού χαρακτήρα είναι μεν αναμενόμενες, μαρτυρούνται όμως κυρίως σε εποχές που οι Κρήτες φημίζονταν για νυκτερινές επιδρομές, όπως στην ελληνιστική εποχή, κατά την κατάκτηση της Κρήτης από τους Οθωμανούς, στο αντάρτικο της Κατοχής. Νυκτερινές περιπολίες σε αστικές περιοχές είναι μια ακόμα μορφή νυκτερινής μετακίνησης που εμφανίζεται σε κάποιες ιστορικές συγκυρίες, ως αντίδραση των βενετικών και οθωμανικών αρχών σε απειλές.

Τη στενή σχέση της νύκτας με κοινωνικές και πολιτιστικές συνθήκες δείχνουν κυρίως πρακτικές όπως οι απαγωγές εφήβων στην αρχαία Κρήτη, η ζωοκλοπή και το κλέψιμο της νύφης και ορισμένες μορφές κινητικής νυκτερινής διασκέδασης κατά τη Βενετοκρατία. Τέλος, πολιτιστικοί παράγοντες καθορίζουν ιδιαίτερες μορφές νυκτερινών μετακινήσεων, όπως η νυκτερινή μετακίνηση προς το νεκροταφείο για μαγικές πρακτικές, το προσκύνημα μετά τη δύση του ήλιου, η πρόσληψη των ονείρων ως νυκτερινών επισκεπτών. Από τη σύνδεση των δύο θεμάτων, νύκτας και μετακίνησης, διακρίνονται κάποιες συνέχειες που σχετίζονται με την ιδιαιτερότητα της νύκτας ως χρονοτόπου, κυρίως όμως αναδεικνύονται ιδιαίτερα χαρακτηριστικά επιμέρους περιόδων της κρητικής ιστορίας και του πολιτισμού.

ΔΕΥΤΕΡΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ | SECOND PLENARY SESSION

Όλγα Γκράτζιου Ομότιμη Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Κρήτης

Τόσο κοντά και τόσο μακριά. Κρήτη και Βενετία 1211-1669: Η μαρτυρία των υλικών τεκμηρίων

Η Βενετία έκανε ένα τολμηρό πολιτικό εγχείρημα όταν, κατά τον διαμελισμό της Βυζαντινής αυτοκρατορίας από την Τέταρτη Σταυροφορία, απέκτησε την Κρήτη: αντί να εγκαταστήσει έναν ακόμη εμπορικό σταθμό και βάση ανεφοδιασμού για τα πλοία της, επεδίωξε να υποκαταστήσει με το νησί αυτό της ανατολικής Μεσογείου την ενδοχώρα που της έλειπε, προοιωνίζοντας τελικά τις μελλοντικές ευρωπαϊκές αποικίες. Έκτοτε και ως το τέλος του Κρητικού Πολέμου η επικοινωνία μητρόπολης και αποικίας ήταν συνεχής και πολυεπίπεδη. Η γραφειοκρατία της διοίκησης διατήρησε μεγάλο όγκο ντοκουμέντων παρέχοντας στους ιστορικούς πλούσιο υλικό για να διευκρινίζουν πτυχές των επιπτώσεων αυτής της μακραίωνης σχέσης, της οποίας μεγάλο κεφάλαιο αποτελούν οι εκφάνσεις του πολιτισμού που αναπτύχθηκε στην Κρήτη κατά τους αιώνες της Βενετικής κυριαρχίας. Πολλές πλευρές αυτού του πολιτισμού έχουν ήδη μελετηθεί και τα Κρητολογικά Συνέδρια έχουν υπάρξει προνομιακό βήμα για την παρουσίαση σχετικών ερευνών.

Τα υλικά κατάλοιπα αυτής της εποχής, καλλιτεχνικά και μη, είναι χειροπιαστά, στην κυριολεξία, τεκμήρια που φανερώνουν εύγλωττα όψεις του υλικού πολιτισμού της Κρήτης και έμμεσα μαρτυρούν τις πολυδιάστατες σχέσεις της με τη Βενετία. Κατά τη μελέτη τους, εδώ και δεκαετίες, έχουν αναζητηθεί επιδράσεις και αλληλεξαρτήσεις, εμμονές στις οικείες παραδόσεις και, με αφορμή τη συζήτηση περί ταυτοτήτων, έχουν ερευνηθεί οικειοποιήσεις της γλώσσας του Άλλου και όψεις της διάδρασης των πολιτισμών της Βενετίας και της Κρήτης που, παρά την προσέγγιση, έμειναν διακριτοί και διαφορετικοί.

Το ερευνητικό πρόγραμμα «Η Δυτική Τέχνη στη Βενετική Κρήτη» που διεξήγα για πολλά χρόνια στο Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών με ομάδα συνεργατών είχε ως στόχο να μελετήσει το πόσο αποφασιστική ήταν η Βενετική κυριαρχία στη διαμόρφωση των εικαστικών τεχνών και της αρχιτεκτονικής της Κρήτης τους αιώνες αυτούς, έριξε όμως ιδιαίτερο βάρος στη γλυπτική. Θα παρουσιάσω μερικά από τα τεκμήρια που μελετήθηκαν∙ θα προσπαθήσω να τα εξετάσω υπό το πρίσμα των «Μετακινήσεων», της κινητικότητας ανθρώπων και ιδεών ανάμεσα στην κυρίαρχη μητρόπολη και την υποτελή της μακρινή επαρχία. Το αποτύπωμα της επικοινωνίας ανάμεσα στις δυο πλευρές είναι ορατό σε πλήθος αντικείμενα. Η προσπάθεια, ωστόσο, να αναζητήσουμε τη συμβολή της κάθε πλευράς στη δημιουργία τους γεννάει αμφιβολίες για το αν τα μέρη ήταν μόνο δύο, και μάλιστα συνδεόμενα με άνισες σχέσεις, ή αν υπήρχαν και άλλοι παράγοντες που συνέβαλαν στα φαινόμενα που εντοπίζουμε. Το υλικό τελικά μας οδηγεί να θέσουμε το ερώτημα πόσο κοντά βρισκόταν Κρήτη και Βενετία ή και πόσο μακριά! Συχνά τα ίδια δίνουν και την απάντηση.

Στέφανος Κακλαμάνης Καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης

Αμφίδρομες πολιτισμικές μεταφορές στην Κρήτη της Αναγέννησης

Στην ομιλία αυτή παρουσιάζονται μερικές χαρακτηριστικές εκδηλώσεις της πνευματικής ζωής στην Κρήτη στα χρόνια της Αναγέννησης σε συνάρτηση με το ιταλικό-ευρωπαϊκό σύνολο. Μετακινήσεις ανθρώπων και μεταφορές πολιτισμικών αγαθών προς και από την Κρήτη, περισσότερο ή λιγότερο οργανωμένες συστηματικά, εξεταζόμενες υπό το πρίσμα της ιστορικής-πολιτισμικής γεωγραφίας, μας επιτρέπουν να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη και τη σταδιακή ωρίμανση της κρητικής κοινωνίας, η οποία κατάφερε όχι μόνο να υπερβεί τις εσωτερικές της αντιφάσεις και τις πρωτογενείς εθνοτικές της διαφορές, αλλά και να ανανεώσει το κοινωνικό και πολιτισμικό της κεφάλαιο και να κατασκευάσει τη δική της διακριτή ταυτότητα. Βασικοί παράγοντες για τη μετεξέλιξη αυτή αποδείχθηκαν στην Ιταλία το Πανεπιστήμιο της Πάδοβας και το Ελληνικό Κολλέγιο της Ρώμης, όπου σπούδαζαν τα τέκνα των βενετοκρητικών ευγενών και των εύπορων αστών πλάι σε νέους που έφθαναν εκεί από ολόκληρη την Ευρώπη, και στην Κρήτη η ίδρυση και η λειτουργία ακαδημιών, κατά το πρότυπο των ιταλικών, από την τοπική πνευματική ελίτ, στις οποίες συμμετείχαν ενεργά και επώνυμοι Ιταλοί λόγιοι και ποιητές που παρεπιδημούσαν στο νησί ως στελέχη της Διοίκησης και ως αξιωματικοί του στρατού. Παράλληλα, το «ταξίδι των κειμένων», η πλατιά κυκλοφορία του έντυπου δυτικού βιβλίου στις τάξεις του αστικού πληθυσμού και η συγκρότηση ιδιωτικών βιβλιοθηκών διευκόλυναν την επικοινωνία και τον συγκρητισμό και κράτησαν ανοιχτούς τους διαύλους επαφής με τα ευρωπαϊκά πολιτισμικά δρώμενα. Στη διάπλαση αυτού του κοσμοπολίτικου και πολυγλωσσικού πεδίου σημαντική αποδείχθηκε ακόμη η παρουσία του μισθοφορικού στρατού, των μοναχών των καθολικών ταγμάτων, και φυσικά των κατ᾽ επάγγελμα ταξιδιωτών, των ναυτικών και των εμπορικών αντιπροσώπων, που ρύθμιζαν το εισαγωγικό και εξαγωγικό εμπόριο της Κρήτης με τον υπόλοιπο κόσμο. Οι αναβαθμοί εξέλιξης, οι τροπισμοί και οι ιδεολογικοί προσανατολισμοί της βενετοκρητικής κοινωνίας θα χαρτογραφηθούν μέσα από την καλλιέργεια των γραμμάτων τον 16ο και 17ο αιώνα, με προνομιακά πεδία έκφρασης και δράσης την ελληνόγλωσση και ιταλόγλωσση λογοτεχνική παραγωγή και τη συγγραφή ιστορικών έργων, και μέσα από νεωτερικές πρωτοβουλίες όπως η επαναφορά-επαναπατρισμός, η επανεγγραφή και η επανερμηνεία μύθων, συμβόλων και παραδόσεων του απώτερου παρελθόντος της Κρήτης στα πολιτισμικά δρώμενα της ίδιας εποχής.

ΤΡΙΤΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ | THIRD PLENARY SESSION

Αντώνης Αναστασόπουλος Επίκουρος Καθηγητής Οθωμανικής Ιστορίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης, Συνεργαζόμενο μέλος Δ.Ε.Π., Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών/Ι.Τ.Ε. Ηλίας Κολοβός Επίκουρος Καθηγητής Οθωμανικής Ιστορίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης, Συνεργαζόμενο μέλος Δ.Ε.Π., Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών Ι.Τ.Ε. Μαρίνος Σαρηγιάννης Ερευνητής Β΄, Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών/Ι.Τ.Ε.

Οι πρώτοι δύο αιώνες οθωμανικής κυριαρχίας στην Κρήτη (1645-1821): νέες πηγές και ερμηνευτικές προσεγγίσεις

Κατά την τελευταία εικοσαετία έχει παραχθεί στην Ελλάδα και διεθνώς σημαντικό επιστημονικό έργο σχετικά με τους πρώτους δύο αιώνες της οθωμανικής κυριαρχίας στην Κρήτη. Αναφέρουμε ενδεικτικά το βιβλίο της Molly Greene για την περίοδο μέχρι το 1720, τη συστηματική έκδοση περιλήψεων των καταχωρίσεων των οθωμανικών ιεροδικαστικών κωδίκων που φυλάσσονται στη Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη Ηρακλείου, σε επιμέλεια της Ελισάβετ Ζαχαριάδου, και τον συλλογικό τόμο με θέμα την Κρήτη και την ανατολική Μεσόγειο, 1645-1840, προϊόν διεθνούς συμποσίου που διοργάνωσε το Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών/Ι.Τ.Ε. Επιπλέον, οι παλαιότερες μεταφράσεις των οθωμανικών ιεροδικαστικών κωδίκων από τον αείμνηστο Νικόλαο Σταυρινίδη έχουν αξιοποιηθεί στη συγγραφή ενός αξιόλογου αριθμού συνθετικών μελετών. Αυτό το αυξημένο ερευνητικό ενδιαφέρον έχει επίσης ως αποτέλεσμα να έρθει στο φως πλήθος νέων οθωμανικών πηγών: φορολογικά απογραφικά κατάστιχα και άλλες πηγές που απόκεινται στο Οθωμανικό Αρχείο της Πρωθυπουργίας στην Κωνσταντινούπολη και άλλα τουρκικά αρχεία, μουσουλμανικές επιτύμβιες στήλες και άλλο επιγραφικό υλικό από τις πόλεις και την ύπαιθρο του νησιού, αλλά και οθωμανικά ιστοριογραφικά και λογοτεχνικά κείμενα.

Στην ομιλία μας, θα αναλύσουμε κριτικά τα νέα σημαντικά πορίσματα της έρευνας για την Κρήτη της οθωμανικής περιόδου, επισημαίνοντας την ανάγκη η περίοδος αυτή της κρητικής ιστορίας να ερμηνεύεται στο πλαίσιο των θεσμών που επέβαλε στο νησί η ένταξή του στην Οθωμανική αυτοκρατορία, καθώς και την ανάγκη να υπερβούμε με νηφάλιο τρόπο και σεβασμό στις αρχές της επιστημονικής έρευνας τις προκαταλήψεις αναχρονιστικών ερμηνευτικών σχημάτων που καθιερώθηκαν κατά την ταραγμένη περίοδο του β΄ μισού του 19ου αιώνα και των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα και αντανακλούν εν πολλοίς τις αντιλήψεις και τις εντάσεις εκείνης της εποχής.

Στόχος μας είναι επίσης να παρουσιάσουμε τις προοπτικές και τα ζητούμενα της επιστημονικής έρευνας για την Κρήτη της περιόδου 1645-1821. Σε αυτό το πλαίσιο, θα τονίσουμε τη χρησιμότητα νέων τεχνολογιών, όπως τα συστήματα γεωγραφικών πληροφοριών (GIS), στην επεξεργασία και απεικόνιση με καινοτόμο τρόπο των πληροφοριών που μας δίνουν οι ιστορικές πηγές, χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα τη βάση δεδομένων Ψηφιακή Κρήτη του Ινστιτούτου Μεσογειακών Σπουδών/Ι.Τ.Ε., αλλά και άλλα σχετικά εγχειρήματα.

Τέλος, στην ομιλία μας θα επισημάνουμε πως η εξέταση της ιστορίας της Κρήτης της περιόδου 1645-1821 με βάση τις μεθόδους, τα εργαλεία και τη θεωρητική σκευή της οθωμανολογικής έρευνας συνεπάγεται ωφέλεια όχι μόνο για τις κρητολογικές, αλλά και για τις οθωμανολογικές σπουδές, καθώς τις εμπλουτίζει με την περίπτωση μιας μεγάλης νησιωτικής επαρχίας με μικτό πληθυσμό για την οποία σώζεται πληθώρα πηγών (αρχειακών, επιγραφικών, αφηγηματικών, αρχαιολογικών), η διασταύρωση των οποίων είναι εξαιρετικά γόνιμη.

Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Κίνηση και στατικότητα στην νεώτερη ιστορία της Κρήτης. Από τους ανθρώπους στις ιδέες

Η παρουσίαση θέτει κυρίως ερωτήματα και διατυπώνει υποθέσεις με σκοπό να προκαλέσει προβληματισμούς αναφορικά με τις τάσεις και τη δυναμική της ιστορικής αλλαγής στην Κρήτη της νεωτερικότητας. Διατυπώνονται αρχικά ορισμένοι προβληματισμοί σε σχέση με τη συμβατική περιοδολόγηση της Κρητικής ιστορίας. Τίθενται στη συνέχεια ερωτήματα σε σχέση με τις μορφές κινητικότητας πληθυσμών στην ιστορία της νεότερης Κρήτης από το 1669 έως το 1923. Επιχειρείται τέλος να ανιχνευθεί η διαλεκτική κινητικότητας και στατικότητας στο επίπεδο των ιδεών: η απουσία του Διαφωτισμού, το ιδεολογικό κλίμα της εποχής των Επαναστάσεων, η μεταγραφή της ιστορικής εμπειρίας στη σκέψη των σημαντικών Κρητικών στοχαστών της σύγχρονης εποχής.